Nequaquam Vacuum ( αλλά και Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...)
Amman of an Expat. "Jordan first", concerning the details of events, that really occur: impressions, job, friends... Other places second, concerning the details that appear in dreams and memory-work and they really occur as well.
Wednesday, March 14, 2012
Η γλώσσα μιας παιδείας δήθεν παλιάς
Συνέχεια των χθεσινών, η παρακολούθηση με τους μαθητές της ταινίας του Γιώργου Τζαβέλλα του 1961. Ο σκηνοθέτης είχε κι αυτός, νομίζω, την πρόθεση διδακτικής καθοδήγησης ενός κοινού που ήταν αμάθητο στην αρχαία γραμματεία.
Βέβαια, δεν είναι η προσοχή που αποσπά κάτι έξω από τα συνήθη της διδασκαλίας που με εκπλήσσει: αυτό είναι γνωστό και βοηθάει να βρίσκουμε μικρά παράθυρα συγκέντρωσης κι επικοινωνίας στα σοβαρά θέματα της μάθησης. Εννοώ τη συγκινημένη παρουσία του δασκάλου και του μαθητή κι αυτή τη διάθεση που παίρνει κανείς μαζί του, συμμαζεύοντας την τσάντα του για να βγει ξανά στο φως της μέρας. Αλλά ξαναβλέποντάς το, άκουγα την ακρίβεια της μετάφρασης. Δημοτική επιμελής, εκφραστική, καταληπτή, ισορροπημένη. Πενήντα ένα χρόνια αργότερα, αναρωτιέται κανείς πόσο βοήθησε η Μπαμπινιωτική αναρχία των καθαρευουσιάνικων επελάσεων από τις ομιλούσες μάσκες, πρώτα στην τηλεόραση, μετά στα δημοσιευόμενα και, κάτω από κανονικές συνθήκες, μη δημοσιεύσιμα κείμενα...
-"Δεν έχουμε ειδήσεις μέχρι τη Δευτέρα." -"Η τάδε κι ο δείνα εγκαταλείπουν την κυβέρνηση, το σχήμα καταρρέει." -"Η πτώχευση έφτασε και θα τα χάσουμε όλα." -"Hannibal ante portas." Αυτά τα νέα μου φτάνουν ως αντήχηση περίπου κάθε φορά που συζητώ στο τηλέφωνο ή μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, σειρά-σειρά, σε μια συζήτηση που κάποτε διανθίζεται με προσωπάκια που χαμογελούν ή σφίγγονται λυπημένα. Όσους πάτησαν στο κινούμενο χώμα της παγίδας κι όσους προτίμησαν να δουν στο μεγάλο δίχτυ την ομορφιά των παιχνιδιών του φωτός, αυτούς σκέφτομαι. Και δεν είναι μακριά, πάντα βρίσκω κάποιον αν κοιτάξω στον καθρέφτη. Είναι μια συστοιχία προσώπων που διατάσσεται πίσω από το είδωλο του προσώπου που αναγνωρίζουμε ως εαυτό. Αρκεί κάποτε ένας μοντέρνος ανελκυστήρας από εκείνους που έχουν αντικριστές επιφάνειες ανακλαστικές. Τότε, με τι έκπληξη πάντα, βλέπω το επ'άπειρον της μορφής μου. Κάποτε και στην οροφή τους βλέπω πώς με θωρούν τα δέντρα. Εκεί όμως χρειάζεται ψυχραιμία, να ξεχωρίσω ποιος απ'όλους αυτούς και για ποιους λόγους κάθε φορά διάλεξε να παίξει το ρόλο του ευεξαπάτητου. Ανοίγω τότε με προμελέτη χαρτονομίσματα που δείχνουν νεκρούς ως επί το πλείστον, γέφυρες σε άγνωστα ποτάμια, ναούς και προσκυνήματα, ανάκτορα σε τοπία που πολύ έχει στο μεταξύ η ζωή αλλοιώσει, επιγραφές σε άλλες γλώσσες, ιριδίζοντα σημάδια, αριθμούς. Ανοίγω αυτά τα ασήμαντα χαρτιά με τα αποτυχημένα χρώματα, που σιχαίνεσαι να τ'ακουμπήσεις κι ωστόσο πολλήν από τη ζωή σου έκλεψαν με την τακτοποιημένη λογική και τη νοικοκυροσύνη τους. Ενώ ετούτα τα ίδια όλην την αρρυθμία, την αναμπουμπούλα και την αθλιότητα των ζωών μας κατεργάζονται. Σκέφτομαι πόση διαστροφή μυαλού και φύσης απαιτείται για να χαθεί τόση ζωή μέσα από αναφορά σε "άυλες αξίες". Να δημιουργήσει κανείς ένα συμβολικό σύστημα όπου τρέχεις (και δε φτάνεις) για ένα χαρτί τυπωμένο, χωρίς καμιά πλοκή και λέξη της προκοπής επάνω του. Την υλική ασημαντότητα του σημαίνοντος τη διαπιστώνουμε σαν βρούμε σε στρώμα καταχωνιασμένα ή τυλιγμένα προσεκτικά (με την ευλάβεια που αρμόζει στα ιερά λείψανα) σ'ένα ύφασμα νομίσματα που αποσύρθηκαν πια από την κυκλοφορία. Μασούρια μεγάλα κι εύθραυστα της Οθωμανικής Τράπεζας, της Κατοχής δισεκατομμύρια, το γαλήνιο Ποσειδώνα ετοιμοπόλεμο, πιο πρόσφατων σειρών. Τα παιδιά αγαπούν να παίζουν τους μαγαζάτορες και να θησαυρίζουν σε ανύπαρκτη μονέδα. Τα προτρέπουμε χαμογελώντας, γιατί αντιλαμβάνονται επιτέλους το φροντιστήριο της "πραγματικής ζωής". Όμως ποιος τους μαθαίνει επί παραδείγματι ως αξία τα επίθετα που χαρακτηρίζουν τη θάλασσα στη λογοτεχνία μας; (αβαθής, αβυθομέτρητη, αγία, άγρια, αγριεμένη, αδάμαστη, αεικίνητη, ακοίμητη, ακύμαντη, ακύμων, αλμυρή, αμείλικτη, ατέρμων, κ.τ.λ.) Ποιος τους μαθαίνει να φτιάχνουν αξία, όταν σκοτεινιάσει;
Στη Νεκρή θάλασσα η καταφρόνια είναι η πραμάτεια του κανενού, όξω απ' το νου
Καρδιά και στόχαση πήζουν στ΄αλάτι που είναι πικρό σμίγουν τον κόσμο τον ορυχτό,
THIS IS THE PLACE, GENTLEMEN ... Γ.Σ. Σεφέρης, Ο Στράτης Θαλασσινός στη Νεκρή θάλασσα
Τι ευχάριστη έκπληξη όταν, πριν κάμποσα χρόνια κοντά στο Νυμφαίον της Γέρασας, αυτής της μαγικής έρημης πόλης στα βόρεια του Αμμάν, μας πλησίασε και μας μίλησε με καλά ελληνικά και διάθεση επικοινωνίας για το "άλλοτε" και το "τότε" μεσήλικας Ιορδανός από την περιοχή! Δίπλα μας άρχιζε απότομη και μνημειακή η κλίμακα που κατέληγε με διαλείμματα στο ναό της Αρτέμιδος. Γύρω μας η άνοιξη κρατούσε ακόμα αντίσταση με τα λουλούδια, τα αγριόχορτα. Δε θυμάμαι πια το όνομά του όμως είχε σπουδάσει στα νιάτα του στη Θεσσαλονίκη, στο ΤΕΦΑΑ, που δεν ξέρω αν τότε λεγόταν έτσι ή πιο παλιομοδίτικα, Γυμναστική Ακαδημία. Είχαν μείνει ακόμα στη γλώσσα του τα λάμδα τα γλυκά της πόλης. Οι περιστάσεις τον έφεραν πίσω και τον έκαμαν διαπιστευμένο ξεναγό στον αρχαιολογικό χώρο της Γέρασας. Άλλωστε ζούσε λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο χαμηλά, στο σύγχρονο Τζέρας. Τη συνάντηση τη θησαύρισα ως ευτυχή εξαίρεση. Όμως ήρθαν χρόνια δύσκολα και στο μεταξύ άρχισα να έχω, ανάμεσα στ' άλλα, την ευθύνη να διοργανώνω το ελληνικό μέρος των εξετάσεων γλωσσικής δεξιότητας για τους υποψήφιους της Σχολής Ξεναγών που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού της Ιορδανίας. Με συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων παρατηρήσαμε ότι σταδιακά το κύμα υποψήφιων ξεναγών φούσκωσε. Προχτές οι σκάλες του Τμήματός μας γέμισαν με ανθρώπους (για να είμαι ακριβής μόνο με άντρες) κυρίως από 30 χρονών και πάνω. Μου έτυχε να εξετάσω στα γραπτά και τα προφορικά οδοντιάτρους και μηχανολόγους μηχανικούς περίπου 50χρονους. Τους ρώτησα με ενδιαφέρον για να καταλάβω την αιτία: "δεν υπάρχει δουλειά στο ιατρείο πάντα", "έχω παιδιά που σπουδάζουν και τα έξοδα είναι πολλά", "το βλέπω ως αξιοπρεπή ευκαιρία μερικής απασχόλησης", "ο οικοδομικός και κατασκευαστικός οργασμός έχουν παγώσει τελευταία και με έχουν ουσιαστικά απολύσει"... Πολλές ιστορίες, πολλά δρομολόγια, πολλή αγωνία. Οι υποψήφιοι για τα ελληνικά δεν είναι πολλοί, 4-5 κάθε φορά. Αλλά αν δει κανείς τι γίνεται με τα ισπανικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά, θα μείνει έκπληκτος. Δεν ξέρω αν η επιτυχία της Πέτρας να συμπεριληφθεί στο σύγχρονο κατάλογο των επτά Θαυμάτων του Κόσμου (εκεί που ξέμεινε ασθμαίνουσα χωρίς αρκετές ηλεκτρονικές ψήφους η Ακρόπολη) έφερε τόσο κόσμο στη χώρα κι αν καταφέρουν τελικά τόσοι επίσημοι ξεναγοί να οικονομήσουν τις ζωές τους. Η μαζικότητα έχει τις συνέπειές της- ή, να πω, τις επιπτώσεις της; Τελευταία, με την αιτιολογία της αντικειμενικότητας, μας ζητήθηκε να μετατρέψουμε το διαγώνισμα σε παράθεση ασκήσεων κλειστού τύπου. Υποδείχτηκαν μέθοδοι απαντήσεων επιλογής μεταξύ πολλαπλών επιλογών κι αντιστοιχίσεων. Καταργήθηκε το τμήμα παραγωγής γραπτού λόγου. Ζητήθηκε η βιντεοσκόπηση σύντομων προφορικών συνεντεύξεων. Μετά βίας κράτησα μικρή ενότητα συμπλήρωσης αντιθέτων, έτσι ώστε να μπορώ να δω το γραφικό χαρακτήρα των υποψηφίων. Και φαντάζομαι ότι η βιντεοσκόπηση θα λιγοστέψει και τις ιστορίες που άκουγα και μάθαινα.
(αναρτήθηκε πρώτα στις Φρυκτωρίες- τις οποίες φυσικά και υπογραμμίζει ο ορθογραφικός τυφλοσούρτης αδυνατώντας να αναγνωρίσει...)
Όπως στα βυζαντινά ποικίλματα, όπως σε κάτι εγκώμια, κάτι ύμνους με άγχος για το μέτρο, όπου προστίθενταν επίθετα σα χάντρες από αλαφρόπετρα, σκάψαμε τη γλώσσα με τη δεξιότητα του τυμβωρύχου. Όπως παρατάσσονταν οι τίτλοι σαν τους πήλινους στρατιώτες στο ξόδι του Qin Shi Huang. Με λόγια φτάσαμε στη σιωπή. Από την πολλήν θεοληψία ξεμπαρκάραμε στην εντελή απιστία. Το σκεφτόμουν σήμερα ενόσω ετοίμαζα υλικό για θεματική ενότητα σχετικά με τις προβαλλόμενες κοινωνικές αξίες στον τομέα της εργασίας. Έπεσα σε κείμενο του Ν. Ξυδάκη σχετικά με το χρηματιστήριο τότε, σε καλοκαιρινή δημοσίευση του ευδαίμονος 1999. Περιγράφονται τα ίδια φαινόμενα (φενάκη, οικονομία αβάσιμη, κερδοσκοπία, τυχοδιωκτισμός, κατάρρευση) που τώρα προκαλούν τόση ψυχική αναστάτωση και αθυμία στους πολίτες. Όλα αυτά ως υλικό διδασκαλίας υπήρχαν και χρησιμοποιούνταν και στολίζουν τις θυμόσοφες εκθέσεις των εφήβων μας στο τμήμα της παραγωγής γραπτού λόγου. Όμως οι λέξεις στέκονται κούφιες, με όλην τους την αλήθεια. Πώς να αναπτύξεις την τέχνη της ρητορικής, ως τρόπου σκέψης και τοποθέτησης, όταν οι πάντες κλείνουν το μάτι και λένε "τα ξέρεις, αυτά είναι όλα προσχήματα, θα τα πούμε στο διάλειμμα με πιπεράτες λεπτομέρειες"; Και πώς να επιμείνεις να την εκλεπτύνεις την τέχνη, μέχρι που από κάτω να φανεί η λάμψη της σκέψης, ένα αχνό κι ευγενικό σέλας, όταν το μόνο που κρατάς είναι οι πανηγυρικοί και, ιδίως, οι εμβληματικές νεκρολογίες;
Μαγεμένος απομένω πάντα από μια φωνή που δε βρήκε κατά το δέοντα χρόνο την προσοχή που της άρμοζε και μολαταύτα επέμενε: ήταν οι πόλεμοι, ήταν κι η πολεμική εκείνων που δεν τον έβρισκαν όσο επαναστάτη έπρεπε (αναρωτιέμαι αν ο Χορκχάιμερ ή ο Αντόρνο ένιωσαν ντροπή μετά το τραγικό τέλος του για τις μακρόθεν ανάλγητες σιωπές ή μίζερες ανταποκρίσεις προς τον αναγκεμένο "σύντροφο") ή όσο ιδεαλιστή χρειαζόταν για τον εκγερμανισμό με τη βούλα...
Αν οι αναγνώσεις μας με την Μπίργκιτ ήταν παραληρηματικές στην κουζίνα του μοιρασμένου, κρύου διαμερίσματος πριν από πολλά χρόνια (δεκαεπτά, τα μετρούσα τώρα), δεν έχασαν το οξύ τους με τον καιρό: γιατί από τα λίγα που δεν υποτάσσονται στην θεριζοαλωνιστική μηχανή του χρόνου είναι τα χωρία που κουβαλούν τα ξέφτια του ονείρου. Αρκεί και η ανάγνωση του "Ενυπνίου του Σκιπίωνος" προς απόδειξη του παραπάνω.
Πρώτες Βοήθειες
"Μια γειτονιά φοβερά μπερδεμένη, ένα οδικό δίκτυο που το απέφευγα χρόνια μου αποκαλύφθηκαν διαμιάς όταν μια μέρα εγκαταστάθηκε εκεί ένας άνθρωπος που τον αγαπούσα. Σαν νά' ταν στημένος στο παράθυρό του ένας προβολέας που τεμάχιζε την περιοχή με δέσμες φωτός"
Walter Benjamin, Μονόδρομος, (μτφ. Νέλλη Ανδρικοπούλου), Αθήνα 2004