Tuesday, March 22, 2011

Αγανάκτηση

Στα εγγλέζικα ο τίτλος ήταν Indignation και δεν έψαξα αν μεταφράστηκε ακόμα στα ελληνικά το μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, πρωτοδημοσιευμένο το 2008. Δεν είμαι ειδήμονας στην αμερικάνικη λογοτεχνία αλλά υπάρχει μια ποικιλία της που με καθηλώνει: ο Salinger για παράδειγμα ή, εδώ, ο Ροθ ρίχνουν στην αγκαλιά του αναγνώστη μια Polaroid βιαστική φωτογραφία με στιγμιότυπο νεανικής ζωής. Ακούγεται αυτονόητο πως η νεότητα με τη γλώσσα και τη σιωπή της, με τη ρητορεία της και τις δανεικές της κουβέντες, ανάμεσα στην εφηβεία και στην ενηλικίωση, θα τραβά τη μελάνη του συγγραφέα σαν το ξεραμένο σφουγγάρι. Εντούτοις αυτονόητο δεν είναι.
Ο νεαρός υποδειγματικός γιος Μέσσνερ, το εργατικό εβραιόπουλο που προσπαθεί να ικανοποιήσει τους πάντες και να ορίσει ένα τετραγωνικό μέτρο αυτοδιάθεσης παθαίνει όσα φοβάται μέσα από τον ακριβή συνδυασμό τυχαίων, πιθανών κι αναμενόμενων. Είναι το 1951 και έπειτα έρχεται το 1952. Αλλά δεν τον προφταίνει το 1953.
Κορυφώσεις: α. Η ξαφνική αποκάλυψη του μακάβριου τόνου στην αφήγηση (σελ. 54 της πανόδετης έκδοσης)
β. Ο ρητορικός θρίαμβος του Μάρκους στο γραφείο του Κοσμήτορα. Μπέρτραντ Ράσελ απολογία.
γ. Η επίσκεψη της μητέρας και οι όροι της συνθηκολόγησης των γενεών.
Αδυναμία: Η σιωπή του νεκρού αφηγητή στα γεγονότα του τέλους όπου τυχαίο, λογικό και ιστορική συγκυρία συναντώνται.

Σε όσους εξακολουθούν να μιλούν για τη χρυσή τη νιότη (ή, μάλλον, τη χρυσή τη νιότη τους) δεν έχω τι να πω. Μάλλον η δική τους εκτυλίχθηκε σε άλλο τόπο, όπου μοίραζαν κι ένα παγούρι με νερό της λησμονιάς και διψούσαν και το έπιναν. Θυμάμαι καταλεπτώς τις δυσκολίες της, τα τρεμάμενα βήματα και την αγανάκτησή της. Τόσοι τυφλοί, τόσοι άφωνοι, τόσοι υπνοβάτες και κανείς πολλές φορές δε βρισκόταν να κάνει ένα σινιάλο όχι της κατανόησης μα έστω της πρώτης αναγνώρισης.

Κι αν δεν το τραγουδούσα το 1983 που πρωτοβγήκε, ξεκίνησα από το 1986 κι έκτοτε αδιάκοπα, τελευταία δε κατά μόνας.

Labels: , , , ,

Sunday, January 03, 2010

Από ευγενέστερα στάδια
















Λιζέλ Μύλλερ,

Γιατί λέμε ιστορίες

1.
Επειδή κάποτε είχαμε φυλλώματα
και, τώρα, τις μέρες τις υγρές

νιώθουν οι μυώνες μας το τράβηγμα,
αλγεινό πια, από καιρούς που οι ρίζες
μας έμπηγαν στερεότερα στο χώμα

Κι επειδή πιστεύουν τα παιδιά μας
πως μπορούν, αν θέλουν, να πετάξουν, πεποίθηση ενστικτώδης
από καιρούς που οι βραχίονές μας
είχαν το σχήμα άρπας
και συμπτύσσονταν
καλαίσθητα κάτω απ' τα φτερά τους

Κι επειδή προτού αποκτήσουμε τους πνεύμονες

ξέραμε με ακρίβεια πόσο απέχει ο βυθός

έτσι που κυματίζαμε με ανοιχτά τα μάτια,
ίδιοι ζωγραφιστά υφάσματα στο σκηνικό
του ονείρου, κι επειδή ξυπνήσαμε

και μάθαμε να μιλάμε.

(Μτφ. Βασ. Οικονομίδης)

Labels: , , ,

Monday, December 07, 2009

Κι όσο δε μου μιλούν...

Μαγεμένος απομένω πάντα από μια φωνή που δε βρήκε κατά το δέοντα χρόνο την προσοχή που της άρμοζε και μολαταύτα επέμενε: ήταν οι πόλεμοι, ήταν κι η πολεμική εκείνων που δεν τον έβρισκαν όσο επαναστάτη έπρεπε (αναρωτιέμαι αν ο Χορκχάιμερ ή ο Αντόρνο ένιωσαν ντροπή μετά το τραγικό τέλος του για τις μακρόθεν ανάλγητες σιωπές ή μίζερες ανταποκρίσεις προς τον αναγκεμένο "σύντροφο") ή όσο ιδεαλιστή χρειαζόταν για τον εκγερμανισμό με τη βούλα...
Αν οι αναγνώσεις μας με την Μπίργκιτ ήταν παραληρηματικές στην κουζίνα του μοιρασμένου, κρύου διαμερίσματος πριν από πολλά χρόνια (δεκαεπτά, τα μετρούσα τώρα), δεν έχασαν το οξύ τους με τον καιρό: γιατί από τα λίγα που δεν υποτάσσονται στην θεριζοαλωνιστική μηχανή του χρόνου είναι τα χωρία που κουβαλούν τα ξέφτια του ονείρου. Αρκεί και η ανάγνωση του "Ενυπνίου του Σκιπίωνος" προς απόδειξη του παραπάνω.

Πρώτες Βοήθειες
"Μια γειτονιά φοβερά μπερδεμένη, ένα οδικό δίκτυο που το απέφευγα χρόνια μου αποκαλύφθηκαν διαμιάς όταν μια μέρα εγκαταστάθηκε εκεί ένας άνθρωπος που τον αγαπούσα. Σαν νά' ταν στημένος στο παράθυρό του ένας προβολέας που τεμάχιζε την περιοχή με δέσμες φωτός"

Walter Benjamin, Μονόδρομος, (μτφ. Νέλλη Ανδρικοπούλου), Αθήνα 2004

Labels: , , , ,

Monday, October 19, 2009

Μπετόν ντεζαρμέ

Το δημοτικό νεκροταφείο στην Πάλμα όπου και η Άννα και ο Χανσπέτερ Χερτλ

"Από τον Μάρτιο ως τον Δεκέμβριο, γράφει ο Ρούντολφ, όπου σημειωτέον, κατάπια μεγάλες ποσότητες πρεντνισολόν..." κατ'αρχήν, σύμφωνα με τη μετάφραση του Αλ. Ίσαρη. Και "Έκλεισα τις κουρτίνες του δωματίου μου, γράφει ο Ρούντολφ, πήρα αρκετά υπνωτικά χάπια και ξύπνησα είκοσι έξι ώρες μετά, μέσα σε τρομερή αγωνία" εν κατακλείδι. Αυτές είναι και οι δύο μοναδικές παρένθετες αναφορές στον Ρούντολφ τριτοπρόσωπα (γράφει ο Ρούντολφ) για να νιώσουμε ότι πρόκειται για λαθραία ανάγνωση σημειωματαρίου. Όλα τα υπόλοιπα εκτυλίσσονται στο πρώτο πρόσωπο μιας χειμαρώδους καταγραφής, εξομολόγησης, μετάπτωσης από την κατηγόρια, στην καταγγελία, στη διαπίστωση, στη συγχώρεση, στον αυτο-οικτιρμό: σε όλα σχεδόν τα είδη ύφους που μετερχόμαστε στον εσωτερικό μονόλογο.
Μικρό σχόλιο οι λίγες γραμμές μου για του Τόμας Μπέρνχαρντ το αφήγημα με τον συνεπή τίτλο Μπετόν, (Thomas Bernhard, Beton, 1982). Το είχα ξαναρχίσει κάποια στιγμή όπως παραξενεμένος διαπίστωσα- θυμόμουν καλά την αρχή του. Δε μπορώ να φέρω στο νου για ποιον λόγο δεν το είχα αποτελειώσει. Σίγουρα δεν είναι από τα βιβλία που παρατάω, εκτός κι αν έπρεπε να ταξιδέψω ή κάτι επείγον μεσολάβησε, κάτι που δε θυμάμαι πάντως. Στις σελίδες του υποτιθέμενου σημειωματαρίου παρακολουθούμε το παραλήρημα του εύγλωττου μυαλού που ζει στην απομόνωση. Η βαριά αρρώστια (σαρκοείδωση), η έμφυτη ή διδακτή ροπή στην απόσταση, η σιχασιά για τα χούγια των ανθρώπων της "καλής κοινωνίας", η υπερπροστατευτική ή δεσποτική αδερφή του, το ψύχος και η ομίχλη του Πάισκαμ, του αυστριακού χωριού στο οποίο περνά ένα ομοίωμα ζωής, όλα τον περιτριγυρίζουν συμπαγή σαν καλούπι από μπετόν. Κοντά σ'αυτά και οι διαδοχικές αποτυχίες να συνθέσει μια μονογραφία (έργο ζωής;) πάνω στο έργο του Μέντελσον Μπαρτόλντυ.Απαξάπαντα τον ηχομονώνουν. Η διαφυγή στη Μαγιόρκα, για να περάσει εκεί τον τελευταίο ίσως χειμώνα του στην Πάλμα, δε δημιουργεί το ρήγμα σε τόσο σωρευμένο μπετόν δυσφορίας του ζειν. Έρχεται και αρκεί η ανάμνηση της ιστορίας ενός απόλυτα δυστυχισμένου πλάσματος, της Άννας Χερτλ, να τον αποτελειώσει. Η Άννα έψαχνε κι εκείνη ένα ρήγμα στο μπετόν των περιστάσεων. Στην αποτυχία των εμπορικών σχεδίων της, στην ενοχή για την πίεση που άσκησε στον άντρα της και στους περιορισμούς που έθεσε στα μητρικά της καθήκοντα. Κι όσο κι αν μίσησε την καλοκαιρινή Πάλμα, εντέλει βρήκε ακωλύτως το σαρκασμό της Μεσογείου στο μπετονένιο πολυόροφο μνήμα, στο οποίο επιτέλους χαράχτηκε και το δικό της όνομα.
Ο Μπέρνχαρντ ήταν σκληρό καρύδι. Στη διαθήκη που επιμελήθηκε τον πρόωρο θάνατό του και τα παρεπόμενα, απαγόρευε ρητά να επανεκδοθούν κείμενά του ή να παρουσιαστούν νέες σκηνοθεσίες έργων του επί αυστριακού εδάφους. Τίποτε πατριωτικότερο της ειλικρίνειας.

Labels: , ,

Thursday, October 08, 2009

Σουηδικά

Δεν έχω διαβάσει Χέρτα Μύλλερ (Herta Mueller)- την ποιήτρια και πεζογράφο δηλαδή στην οποία απονεμήθηκε, κατά τη σημερινή ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, το φετινό Νόμπελ για τη Λογοτεχνία. Γεννημένη το 1953 στους κόλπους της γερμανικής μειονότητας στη Ρουμανία, περιγράφει βιώματα της μακράς περιόδου Τσαουσέσκου.
Βέβαια το σκεπτικό που άκουσα από τον εκπρόσωπο της Ακαδημίας στο BBC μου φαίνεται τόσο αόριστο και σα να αφορά το μεγαλύτερο κομμάτι της λογοτεχνίας αξιώσεων. Είπε λοιπόν στην αγγλική κι εν συνεχεία στη γερμανική (αλλά εκεί ο βρετανικός σταθμός χαμηλώνει τη φωνή και συνεχίζει με την υπόλοιπη ειδησεογραφία, λ.χ. εκτοπισμένοι Ταμίλ να ψωμοζητούν στα στρατόπεδα που στήθηκαν για την ασφάλειά τους): "με την πυκνότητα της ποίησής της και την ειλικρίνεια της πρόζας της, σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων".
Ελπίζω να βρω έργα της, κάποια κυκλοφορούν σε αγγλική μετάφραση όπως είπαν. Συνήθως οι Γερμανοί δε με απογοητεύουν.
Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κάποιος τι γίνεται με τα Νόμπελ, ιδίως εκείνα που πέφτουν ως κεραυνοί από ανέλπιστα σύννεφα. Τι εκδοτική τύχη έχουν αργότερα. Αν πράγματι βρίσκουν αυτοί οι σχετικά άγνωστοι ένα μέρος ανάλογο της αίγλης του επάθλου στον παγκόσμιο κανόνα της αφήγησης.

Labels: ,