Friday, December 29, 2006

Έλληνες Πετρωθέντες

Δώσε τους Αθάρ (αρχαιότητες) και δώσε τους Αφκάρ (ιδέες) και τους έχεις στο τσεπάκι σου. Ξεκίνησαν φιλέορτοι εκδρομείς, φιλοθεάμονες, φιλοριενταλιστές, φιλάραβες, φιλογαλοπουλικοί για την Πέτρα μέσα στο καταχείμωνο και να τα καζάντια τους. Μέσα στα χιόνια, εκείνοι που ήλπιζαν να δουν τις καμήλες κάτω από τις χουρμαδιές. Η τοπική Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας τους έφερε κάτι κουβέρτες, ψωμί, νερό και λόγους παρηγορίας, εκεί 17 χιλιόμετρα πριν την Πέτρα. Πώς να πέρασαν τη νύχτα μες στα δύο λεωφορεία, μέχρι να φτάσουν οι εκχιονιστές; Τι να λέγαν ολονυχτίς, με το κρύο; Να γέλασαν; Ποιος να ήταν ο μέσος όρος ηλικίας; Να μπήκαν εν τέλει στον αρχαιολογικό χώρο την άλλη μέρα ή να έφυγαν χωρίς να δουν το στενό φαράγγι και το Θησαυροφυλάκιο;
Καλή Χρονιά. "Όλα να τα ασπρίσει, όλα να τα αγνίσει..."

Wednesday, December 27, 2006

Snooowball

I thought that no photo survived the empty battery, but no, here is one that made it to the shores of a temporary eternity: The light of Friday morning enters the balcony window-panes, it is winter, but not cold, i have just used the vacuum cleaner and I am just about to use it again. The coffee gives its aroma through the kitchen and there are many things to do, after this Xmas Tree ceremony which overshadows my mood.
After few days:
And voila...
Snow has come eventually, after so many persistent prophecies and anticipations. Now let us see how we will handle it... The year is about to finish, in an alpine scenery.
How do you say farewell to a whole year, that has been relatively tough on me, with lots of unfinished business as we used to say in Britain, about steep cliffs we were reaching in our thinking and in applying our conclusions in our daily lives....
You say farewell with a poem. And a tone. It is something between the hands separating and the hands promising to meet. The scene of the train crossing the dusk while rain starts falling, and the lights of the houses at a distance indicate life, not yours, potentially like yours. Notes for a class which celebrates the first rain (and it came late this year)

Ο Μεγάλος Ερωτικός (Μάνος Χατζιδάκις)

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής

Ποίηση- Οδυσσέας Ελύτης (Προσανατολισμοί- αποσπάσματα)
Φωνή- Δημήτρης Ψαριανός

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμό Εσένα.

Πριν απ’τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Κατά πού θ’απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε
Μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα;

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’τις
Νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ’τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

”Magnus Eroticus” (1972) was one of the inventions of Hadjidakis, which gradually became his own nickname among broad circles of artists, intellectuals and public. Supposedly, he is a popular god who lives in our imagination from the day we are born until we die: beautiful, youthful and perpetually alive. He wears his own garments: composing difficult combinations of sounds, ethereal colours and poetic dreams.
From a philological point of view, he achieved something great and exceptional: to bring difficult and dense poetry to the appeal of pop culture. (Elytis, Cavafy, king Solomon, Euripides, Sappho, Solomos, Myrtiotissa, Gatsos/Lorca). The voices are chosen so that they will create the surprise of exposed sensitivity. The political circumstances in Greece had created by that era either a light-hearted shallow 70s pop, or a heavily engaged music. Hence, Hadjidakis undertook the task to be once again unpopular, aiming at real people.

Saturday, December 23, 2006

Πώς μ'αρέσει, πώς μ'αρέσει...

Ήρθαν τα Χριστούγεννα
-εορτή μεγάλη-
και το δέντρο του Χριστού
ήρθε, ήρθε πάλι

Δέντρο με χρυσά στολίδια
με κουφέτα με παιχνίδια
Απ'τα πλούσια κλαδιά
Όλοι πάρετε παιδιά.

Ωχ βασανάκια! Δηλαδή, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο αυτές οι εκλάμψεις μαύρου φωτός της μνήμης θα πληθαίνουν; Αυτό ήταν το τραγούδι που έλεγα αντί για κάλαντα στους ξαφνισμένους καταστηματάρχες, φίλους του μπαμπά κατά πλειοψηφία. Το κλασσικό, το κρατούσα για όταν πηγαίναμε παρέα με άλλα παιδιά, κυρίως σε σπίτια. Πάντα ήταν ένας πονοκέφαλος οι διάφοροι διακανονισμοί και μοιρασιές. Ενώ έπαιρνα τους φίλους στα συγγενικά και φιλικά σπίτια, ένιωθα ότι εκείνοι κρατούσαν μια δεύτερη παρτίδα καλάντων για αργότερα, όταν θα ήταν μόνοι, για να μη χαθεί η πρόσοδος στα ποσοστά. Θυμάμαι πολύ καλά τα μισόφραγκα. Ψιλά ψιλά, με τη λεοντή στο βασιλικό εθνόσημο. Το τάληρο. Τις ταλαίπωρες μόνες γιαγιάδες στα σπίτια με παρατημένο τον κήπο και τα κυδώνια στη σουπιέρα, πάνω στο τραπέζι. Το τρίγωνό μου το είχα πάρει μαζί μου ακόμη κι ως φοιτητής.

Δέντρο με χρυσά στολίδια: το δέντρο μας ήταν ασημένιο, ένα υπερρεαλιστικό μέτριο δέντρο από όνειρα ηλεκτρικά. Η συλλογή των παιχνιδιών ήταν όμορφη: όλα από λεπτό γυαλί, από γυαλί χρωματιστό. Λεπτά, σαν τσιγαρόχαρτα. Η μαμά τα φυλούσε σε κουτιά με θήκες και χαρτοπετσέτες, σα να ήταν θησαυροί ενιαύσιοι. Η θεία πάλι είχε στην αποθήκη τα παιχνίδια από το παλιό τους δέντρο, παλιό πλαστικό, με φάτνες, με αστέρια με ουρά, χοντρουλά αγγελάκια τύπου Ραφαήλου- χωρίς καμιά ποιότητα μπορώ να πω. Αλλά στα μάτια μου, το ευεξήγητο πλαστικό είχε ομορφιά, τα κακοβαμμένα ζώα της φάτνης, οι πάνες των αγγέλων. Δε θυμάμαι το δέντρο τους, ποτέ δεν το είδα. Σταμάτησαν να στολίζουν, πιθανώς προφασιζόμενοι (προφασιζόμενες, είναι ο έντιμος τύπος) το θάνατο του θείου, ίσως όμως κι από τεμπελιά να ασχοληθούν με τη λεπτομέρεια. Έμενα στο εργατικό, ακόμη και μες στο κατακαλόκαιρο, σκαλίζοντας τα λίγα απομεινάρια.

Χτες το πρωί, με μισή καρδιά έφτιαξα το δέντρο. Ήμουν αποφασισμένος να μην κάνω, μα έπειτα σκέφτηκα τον μικρό Γιούσεφ, που φέτος θα μου έρθει μεγαλύτερος (είναι πια ενάμισυ χρονών) κι ίσως είναι η ευκαιρία του να δει και να εντυπωσιαστεί από αυτό το συνήθειο που δεν είναι στη ζωή τους. Τα φωτάκια. Κι έπειτα αυτά τα κινέζικα δε σπάνε, είναι αιώνιο πλαστικό. Ακόμη και το ύφασμα ολόγυρά τους είναι πλαστικό. Ήθελα να το βγάλω φωτογραφία καθώς ήταν ακόμα μισοφτιαγμένο, το ένιωσα σχεδόν ως σύμβολο. Μα ευτυχώς, τέλειωσε η μπαταρία της μηχανής κι ησύχασα.

Απ'τα πλούσια κλαδιά: δεν έχω σκεφτεί τι θα ήθελα να έβρισκα από κάτω από τα κλαδιά. Την παθιασμένη έμπνευση για ένα μεγάλο αφήγημα, που να με εξαντλήσει και να με κάψει όσο το δουλεύω, μέσα σε δαίδαλο από σταχτοδοχεία, μπογιές, χαρτιά και καφέδες; Ένα αληθινό χέρι που να εμπιστευτώ μέχρι το τέλος; Μια μέρα που να ξαναβρεθώ μέσα σε ρέμβη με τους ανθρώπους που μου έφυγαν ανεπιστρεπτί; Μια καθαρή αίσθηση επιτέλους, μια καθαρή παρόρμηση θέλω να πω; Βρήκα μόνο στη μεγάλη μαύρη σακούλα όπου κρύβω αυτόν τον ετήσιο μπελά, κάρτες από πρόσφατες χρονιές. Μικρές και μεγαλύτερες. Όλα ακόμα ζωντανά αλλά μεταβληθέντα. Αυτός είναι ο μποναμάς μου. Έτσι πιστεύω.

Thursday, December 21, 2006

his eyes


the eyes of Papadiamantis are hard to find...
Some very few photos survived, some that Paulos Nirvanas and Yiannis Vlahoyiannis made possible through friendly conspiracies and gentle entrapment. But, as if he had a compass for sugar dipped dangers, he keeps them shut, or he looks down or elsewhere, or into himself. Many times, I try to imagine the instinctive decision to travel to Skiathos for his last winter, as if he felt his final journey, just forcing him on board on the 3rd of January 1911. I believe it happens with innocent hearts of wise people; it is given as a gift, this intuition. It was exactly the same with my maternal grandma. They just know.
Last night, in the noisy reception hall of the church in Swefiyeh, I read the following:

O Έρωτας στα χιόνια

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...• έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα• αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.


Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο• μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.


Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.


Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!


Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
«Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.

(από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989)


Sunday, December 17, 2006

first timer

first time of blogging from my office.
it could be a nice story about the virtue of patience and endurance. with some moral conclusion in the end. These conclusions are useless in reality, therefore they deserve mentioning for the fun of useless. When, five and a half years ago i entered my office (which was located in a different room, different view, different noise, different atmosphere), same floor, same building, I was perhaps the only one who had internet access (a very-very-very slow one). And printer. This made me famous among the circle of colleagues who were located nearby. Asking for half an hour of websurfing, for a page to print. It was a funny time of an internet cafe atmosphere, till i started finding full ash-trays and strange downloads on my pc, which at the office has a very restricted memory... So... Leonardo appeared (before the Da Vinci code) in my life as a saviour: A NICE ARTISTIC SCREENSAVER with password. That was it. Then, adverse Fortuna took revenge from me and my pioneering technological equipment :)). I returned three and a half years ago to find my stuff in piles and my posters from greek events destroyed. I was transferred to another office, with no access to internet. Three years of petitions, quests, documents and verbal attempts brought no result. The good thing is that i believe that the documents never got filed, but soon found their way to the trash bin. So there is no witness for this accumulated rejection. Suddenly, for the grace of automatic goodness, a technician passed and connected the lines. It took me just, 3,5 years. More or less the time that Michelangelo took for the basic masterpieces of Capella Sextina. Michelangelo and Leonardo stories.
how does it feel to be a first timer? It is strange in most cases: the office now is frozen, the office hour of my colleague coincites with this peaceful moment and they converse in italian :)) First timers go through difficult circumstances, to keep the memory vivid and allow the prospect of improvement.

Friday, December 15, 2006

Φτου, ξελευτερία


Του Αγίου Ελευθερίου σήμερα. Πάντα μου έκανε εντύπωση η εικονολογική ομοιότητα του Άι Λευτέρη με το Χριστό, ιδίως στις εικόνες που έβλεπα μικρός, στις εκκλησίες της Καβάλας. Μόνο λίγο στα μαλλιά φαίνεται να έχουν επιφέρει αλλαγή τα εκατόν τόσα χρόνια που χωρίζουν τους δυο τους, από τα μαρτύριά τους. Και το ίδιο συνέβη και με τον Άγιο Χριστόφορο, πιο εντυπωσιακό αυτό, καθώς κάποιες φορές είμαι βέβαιος ότι προκείται για σημειολογικό παιχνίδι όπου ο Άγιος, με τη μορφή του Σωτήρος, μεταφέρει το Σωτήρα σε μικρήν ηλικία. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο για τις αναπαραστάσεις που οι καθολικοί μας παρέδωσαν. Και τι μέρα στ'αλήθεια... Γιορτάζουν όλα τα παιδιά που παίζουν κρυφτό και φωνάζουν γεμάτα πείσμα "φτου ξελευτερία", φτύνοντας τον βάσκανο τοίχο όπου μετρούσαν το χρόνο μέχρι να κρυφτούν οι σύντροφοί τους. Να γίνουν αόρατοι, απειλητικοί, δρομείς έτοιμοι να προφτάσουν να φτύσουν στον τοίχο που ανέφερα παραπάνω, από φίλοι, εχθροί.
Η μέρα στέκεται δέκα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα και, το σπουδαίο, μιαν εβδομάδα πριν από το κλείσιμο των σχολείων, πριν από εκείνη τη μελαγχολική γιορτή με το στολισμένο άρον-άρον χριστουγεννιάτικο δέντρο και την ανόητη ανταλλαγή δώρων που δήθεν γεφυρώνει μέσω της τύχης άσχετους μεταξύ τους νεαρούς. Ή εκείνον τον ταλαίπωρο καθηγητή "υπεύθυνο τμήματος" που μπαίνει και ακούει (θέλοντας, μη θέλοντας) τις μουσικές των μαθητών κι ανησυχεί μήπως ξεκινήσουν τίποτα σκετς διακωμώδησης. Σκέφτεται την αργία του, τα ψώνια για το σπίτι χάριν των εορτών και γίνεται τόσο ξένος, τώρα που δεν έχει το βιβλίο του να κρυφτεί από πίσω με την αξιωματική φωνή του.
Προηγήθηκε η εξομολόγηση από τον επισκέπτη ιερέα, τα τραγούδια παιδικών χορωδιών με μυρουδιά κατηχητικού, στο βραχνό, ηλεκτροσπινθηρίζον ηχείο του σχολείου, οι παροτρύνσεις του γυμνασιάρχη. Η προσφορά εθελοντών για τον Έρανο της Αγάπης. Για τον Έρανο του Ερυθρού Σταυρού. Για την πώληση των ημερολογίων τοίχου της τάξης για την ενίσχυση του κορβανά. Πολλές πωλήσεις τέτοιες μέρες.
"Φτου Ξελευτερία". Γιόρταζε κι ο αρχαίος φίλος μου ο Λευτέρης, υπερόπτης, κι όσο περισσότερο τόσο δημοφιλέστερος. Πράγματι, είχε πιάσει το νόημα από πρώτης αρχής. Ταπείνωσέ τους, θα σε λατρέψουν. Δυστυχώς αυτά τα μεγάλα μαθήματα πρέπει να εμπεδώνονται νωρίς και πειραμάτικά με τη συνδρομή της κατάλληλης οικογένειας, αλλιώς γίνονται ερασιτεχνικές απομιμήσεις ή δε μαθαίνονται διόλου. Είναι αυτή η θεοκατάρατη μνήμη της επιφάνειας, που στένεψε συν τω χρόνω, όπως η λίμνη του Αγίου Βασιλείου πριν/μετά τη Θεσσαλονίκη. Τέλος πάντων, ποτέ δεν πήγα στη γιορτή του, ποτέ δεν ένιωσα ότι μπορούσα να σπάσω το ξόρκι της σχολικής αυλής, των διαδρόμων και των συζητήσεών μας περί Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ποτέ δεν πήγα στο σπίτι του, έτσι θυμάμαι.
Τώρα χαίρομαι κυρίως την εξής ελευθερία: όταν ανακαλύπτω κάλπηδες και μπορώ πια χωρίς καμιάν ενοχή να αρνούμαι τη συνομιλία, το βλέμμα στα μάτια. Επομένως, όπως καταλαβαίνει κανείς, έχω καθημερινά επετείους απελευθέρωσης. Πού αλλού είναι ο Άι Λευτέρης θαυματουργός και τροπαιούχος; Όταν γυμνός μπαίνω στην αρμυρή θάλασσα και ξεμακραίνω και πολεμάω με τα γλυκόπιοτα κύματα, με τον αφρό τους, γύρω τα βουνά, πρωί, κανένας ολόγυρα, μόνο το νερό, ούτε καν εγώ, κι έπειτα έρχεται ο φόβος του Πόρφυρα, θυμάμαι το Σολωμό, καθώς μικραίνει η ανάσα μου κι ασθμαίνω. Πώς να γυρίσω...

Wednesday, December 13, 2006

Eros on a bed of snow

While preparing the words of distance, while finding again the horror vacui as a constant expression dictator and censor through eloquence, I breed a modest desire: to read again in public the short story of Alexandros Papadiamantis, "Ο Έρωτας στα χιόνια". Let it be noted that this story was my favorite conclusion for the classes of Modern Greek Literature, before the Christmas break in Greece. So, indeed, I arranged it with Miltos, to be read during his school celebration for the occasion of Christmas, 20th Dec. at the reception hall of the church, at 7 I guess. Yesterday he was telling me that he found some Tcaikovsky music which he considers appropriate for the text as a pale background. I do not believe very much in backgrounds but perhaps it is my neurotic demand for the clear acoustics that should create the bed for the language. And perhaps it is something so truly subjective that I cannot push it further with any claim of value or credibility. How much this story intrigues me...: how exactly other people feel the sound, the colour, the touch, I can never be sure, I can never know. While all my life spins around this fundamental quest, to communicate sound, colour and touch. Funny undermined axiom.
Έτσι, χτες που έγραφα στη Βούλα, αντέγραφα κομμάτια από την αρχή και τη μέση του διηγήματος. Την "αντικειμενική" πρώτη περιγραφή των όρων του χρόνου και των ηρώων. Του Μπαρμπα Γιαννιού και της Πολυλογούς. Κι έπειτα, το απόσπασμα με την επιθυμία του να είχεν ο έρωτας σαϊτες, να είχε βρόχια, να είχε φωτιές. Να τρυπούσε τις αντιστάσεις, να έπιανε τα κοσσυφάκια- τις αθώες καρδιές και να ζέσταινε λιγο τα ψυχρά και ψυχραμένα. Κάθομαι κάποτε στο δωμάτιο, διαβάζοντας φωναχτά, κάτι που κάνω σπανίως, γιατί δεν είμαι ακουστικός τύπος, αλλά τρελλαίνομαι να ακούω. Και αυτό το διήγημα μου φέρνει στο νου έγχορδα του Κορέλλι, ή το "Χειμώνα" από τον Βιβάλντι.

Tuesday, December 12, 2006

Postcards vs Reports

After all the preparations of the last weeks, the epic of my encounters with the Beast of Bureaucracy, and the support of really good heros (such as my students), the day of the cultural event at the University came and passed like the firework of a comet. Now, that I am preparing reports about it, I find the frozen margins of the descriptions allowed in such texts limited and not recording in reality the genuine outcome which I enjoyed. In fact, it felt good because it brought up in public a positive private process of learning. My favorite part was
the second, in which my students recited poetry and gave their own impressions. Olga and Samer recited Seferis (Παιδί, Ευριπίδης Αθηναίος) while Rita, Luma, Diana, Fadi, Katerina recited Elytis (Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου), and Lina, Katerina and Ioanna recited Varveris (Οι Δικοί μας στα Ξένα). Moreover Luma and Diana gave their accounts concerning the class. It felt wonderful to see them reciting in Greek in a way that contained both the accent of their foreign descent but also the correct tone of the feeling in the new language, fully comprehensible by the greek-speaking part of the audience. I thought of them, later perhaps, in days of pressure and confusion, in days of relaxation and bliss, to find some afternoon shelter in the magic of the images of this poetry, using their voices in full maturity, recreating the garden of Cavafy's poem "Νέοι της Σιδώνας", so useless for the crowds, so important for the one who does it. The arabic translations, to the extent i could follow them were precise and so honey-dipped melodical.
The other part that I enjoyed a lot, was the generosity of Petros, to come with his lute, although he is so shy and so child-hearted, and sing for us. He picked up emotional songs, which they gave me hard time in translating: mantinades are rythmic and short, so the english part should contain some of the rythm, while "Stars do not tell me off" is based on a slow development of the theme of "love's labour lost" through repetition. He disappeared after the performance, quite early (he claimed he had work at the embassy), so I had to call him in order to thank him. Late at night, he sent me a complimentary message, praising my work written in a well shaped "mantinada". I replied to him by doing the same; I am good in 15-syllable verse after so much medieval and renaissance poetry I have studied.
Here is his part:
Τραγούδια από τον Πέτρο

1)ΑΣΤΡΑ ΜΗ ΜΕ ΜΑΛΩΝΕΤΕ
ΑΣΤΡΑ ΜΗ ΜΕ ΜΑΛΩΝΕΤΕ
ΑΣΤΡΑ ΜΗ ΜΕ ΜΑΛΩΝΕΤΕ
ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΗ ΝΥΚΤΑ.
ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΠΟΝΟ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ
ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΠΟΝΟ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ
ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΠΟΝΟ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ
ΚΑΙ ΒΓΗΚΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΙΠΑ..
ΑΣΤΡΑ ΜΗ ΜΕ ΜΑΛΩΝΕΤΕ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΗ ΝΥΚΤΑ..
ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ ΘΑ ΠΩ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ
ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ ΘΑ ΠΩ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ
ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ ΘΑ ΠΩ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝΕ.
ΠΟΥ ΕΧΟΥΝΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝΕ ΥΠΟΜΟΝΗ
ΠΟΥ ΕΧΟΥΝΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ΩΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ..
ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ ΘΑ ΠΩ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝΕ..
.ΔΕΝ ΕΤΥΧΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΤΥΧΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΕΤΥΧΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ ΝΑ ΡΘΕΙΣ ΣΤΟ ΧΑΛΙ ΠΟΥ `ΜΑΙ
ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΝΑ ΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΝΑ ΡΩΤΑΣ
ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΝΑ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΝΤΑ ΣΤΕΝΟΧΩΡΟΥΜΑΙ
ΔΕΝ ΕΤΥΧΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ ΝΑ `ΡΘΕΙΣ ΣΤΟ ΧΑΛI ΠΟΥ `ΜΑΙ.
ΕΧΑΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΕΧΑΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΕΧΑΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥ ΡΩΤΑΣ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΓΙΑΝΤΑ ΤΙΣ ΝΥΚΤΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑΝΤΑ ΤΙΣ ΝΥΚΤΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ
ΓΙΑΝΤΑ ΤΙΣ ΝΥΚΤΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ Ο ΥΠΝΟΣ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙ
ΕΧΑΣΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΡΩΤΑΣ ΦΕΓΓΑΡΙ..

Ah! Stars do not tell me off for singing at night
Coz I have pain in my heart and I decided to reveal it
To the stars I will confess my grief
That they do not give it away,
That are patient enough to listen to me for long hours.
To the stars I will confess my grief
That they do not give it away.

Oh moon, you have been lucky enough not to feel the misery that I experience now
And you are right in asking why I suffer
I lost my love, I lost it
I lost my love and you, oh moon, you keep asking
why I cannot have an hour’s sleep at night
Why I cannot get an hour’s sleep at night
I lost my love and you, oh moon, you keep asking

2)ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

-Σ`ΑΓΑΠΗΣΑ ΟΠΩΣ ΑΓΑΠΑ Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΠΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙ ΦΩΣ ΧΩΡΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΠΑΡEI.

I have loved you in the way the sun loves the moon
Giving his light always and never asking it back.

-ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΟΝΕΙΡΑ ΝΑ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ
ΘΑ ΕΙΧΕ ΣΒΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ.

If there were no dreams of me standing by your side
Time would have managed to erase your figure from my mind.

-ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΝΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ
ΝΑ ΘΕΣ ΝΑ ΔΕΙΣ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΝΑ `ΝΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ..

You have no idea how it feels to wake up and feel your heart in pain
To yearn for seeing all that you love, while it keeps being far away.

-ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΙΑ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΣΕ ΒΑΝΩ
ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΚΑΝΩ..

Every night, before I sleep, I set you in my thoughts
And, therefore, are sweet the dreams that I dream

The second group of brief songs consists of mantinades. Mantinades is a very characteristic genre of improvised verse on the island of Crete and few other areas. It manages to encompass the magic of the instance. The singer-poet, by using very few allowed rhythmic tracks, attempts to transmit a whole set of feelings in two verses he creates on the spot. From a literary, academic point of view, it is interesting that in this tradition the poets use the 15-syllable long verse which became typical for our poetry and folk songs since the Byzantine era (10th Cent. A.D.). There are many groups of mantinades, according to their theme. Many of them greet the group of gathered friends, others congratulate the bride and the groom, others describe the pain of separation, migration or even death etc. Τhat day Petros picked for us few, around the theme of love and its sweet sufferings.

Then, during the screening of the film I was gathering the posters from the boards, rolling them, and thinking again of Cavafy and his "Βασιλεύς Δημήτριος", with the actor dressing off his performance cloths and entering the normal pace of life.

Τώρα γράφω κάρτες στους φίλους, και σκέφτομαι ότι χάρη σε αυτό το διαβολομηχάνημα γράφω όλο και λιγότερο αληθινά γράμματα, ίσως οι εορταστικές κάρτες να είναι η πιο πεισματάρικη εκδήλωση της παλιάς μου μανίας με τα χαρτιά. Περίπου όπως οι κάρτες που λάβαινε η μαμά από τη θεία Αθηνά, τόσες δεκαετίες μετανάστιδα στο Μπάφφαλο των Ηνωμένων Πολιτειών, τέτοιες μέρες. Υγείαν έχομεν και υγείαν επιθυμούμε..

Monday, December 04, 2006

trash

Suddenly I realize that the spirit of Christmas (as it crawls in Dickens) stands just behind the corner. And suddenly I feel it as close as a fall festival dedicated to Akhenaton. The reason is that it does not affect practically my life. If there had been no phonecalls, I would have forgotten its proximity. Mom prepares the house as she informed me, hanging the washed curtains. My niece is looking forward to her break, during which she will have more time to spend with her brothers. Kostas and Areti, my only certified visitors of these pages, probably will be packing their luggage for a reunion with friends and family, in Athens and Thessaloniki. So suddenly I feel motivated to throw away some paper trash, newspapers kept for a second closer reading and some old teaching material. On my way to the bin, among other pieces of postponed contemplation, I hold the issue of Nov. 23rd for Jordan Times and it crosses my mind that there was an article I would like to comment on. It is about moments of punishment. The State Security Court sentenced to death two Jordanians plotting to infiltrate Israel to carry out attacks, and commuted the sentence to 10 years in jail. Mohammad, the alleged leader of the group, sold his wife's jewellery to buy three Kalashnikov assault rifles which he used to train his accomplices. I find these details so heartbreaking that I get upset that nobody tries to explore them by the means of art. A tragedy: the story of selling his wife's jewellery (his guarantee for their marital contract, this is) in order to participate in the kingdom of martyrs... while Amman gets far and farer from his own world, covered in expensive stone and hidden behind marble floored malls. In the same article, I read news about the trial of the 38-year old, father of five (!) Jaaoura, a Jordanian blacksmith, who shot to death Christopher Stokes, a Briton tourist, by the Roman Amphitheatre in Downtown, Amman. He said in full honesty "Allah gave me the strength to kill a Briton and to injure others from among those who fight God and His Prophet... Killing those Crusaders is the closest to winning God's acceptance." "He should receive the maximum penalty" the prosecutor said. I imagine the wives and the five children of the latter, these days. And the relatives of the "Crusaders" who came to visit Amman, just to have some extra sunshine and a ride in the desert. In a genuine Xmas mood I am.