Nequaquam Vacuum ( αλλά και Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...)
Amman of an Expat. "Jordan first", concerning the details of events, that really occur: impressions, job, friends... Other places second, concerning the details that appear in dreams and memory-work and they really occur as well.
Thursday, May 26, 2011
Χωρίς έναν ποιητή είναι πιο βαριά η νύχτα
Πέθανε αιφνιδίως ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης, απροσδόκητα για τους αναγνώστες που τον διάβαζαν να γίνεται ηχηρότερος με τις ευαίσθητες παρατηρήσεις του τα τελευταία χρόνια. Είχα εντυπωσιαστεί όταν έσκυψα προσεκτικότερα και εξακολουθητικά πάνω από κάποια ποιήματα για τις ανάγκες μιας ανθολόγησης. Είχε το ρυθμό ενός βιώματος που τον ένοιωθα οικείο. Σκέψεις και βήματα στην πόλη ενώ η απόσταση (τα Τείχη εκείνα) τοποθετεί κιόλας τη ματιά στα περαιτέρω, αυτά που κανείς δε θέλει εύκολα να του τα συζητήσεις.
Οι δικοί μας στα ξένα
Όσοι σε ακολούθησαν στο ταξίδι είναι πιο ξένοι απ΄όσο στην πατρίδα.
Βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία σου βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία τους στο τέλος βλέπεις ότι στα μάτια των ανθρώπων πρωτοκουράζεται η αγάπη.
Δικούς δεν έχει εδώ δικοί είν' οι ξένοι μόνο επιστήθιους έχει
Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβαζα γι'αυτήν τη φυλή της Αμαζονίας, τους Αμοντάουα που μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '80 δεν την ήξερε κανείς και μακάρι να μην ήξερε και κανέναν. Τώρα στις φωτογραφίες τους, κλεμμένες από τους επιστήμονες, ανθρωπολόγους κι άλλους καραγωγείς της εξαφάνισης της ζωής μέσω της δημοσίευσης, εμφανίζονται σεμνά ντυμένοι, παντελονάκια, σορτς, μπλούζες, ακόμα και στα μικρότερα παιδιά. Στην περίπτωση που με ενδιαφέρει, η δημοσίευση αφορούσε την έκπληξη των γλωσσολόγων όταν ανακάλυψαν πως η γλώσσα τους δεν περιείχε κανέναν όρο για την αφηρημένη έννοια του χρόνου αλλά ούτε και όρους για τις διαιρέσεις του χρόνου που χωρίς αυτές θεωρείται αμνημόνευτος κι επικίνδυνα εύκαμπτος. Δεν υπάρχουν λέξεις για τις μέρες, την εβδομάδα, τους μήνες, τις εποχές, τα χρόνια. Το αριθμητικό τους σύστημα είναι περιορισμένο. Δεν κατονομάζουν περιόδους. Μόνη διάκρισή τους η χοντρική διαφοροποίηση σκοταδιού και φωτός. Η ερώτηση "πόσων χρονών ήσουν όταν.../είσαι;" δεν έχει νόημα για τους ευγενείς Αμαζόνιους. Παρατήρησαν οι ερευνητές κάτι εξαιρετικά πιο δυναμικό που τοποθετούσε τον άνθρωπο στο επίκεντρο μιας άλλως παραλυτικής αναμέτρησης με το αφηρημένο. Ενώ δεν ξέρουν την ηλικία τους με τον τρόπο της αριθμητικής, οι ίδιοι όσο ταξιδεύουν μέσα στον προσωπικό τους χρόνο αλλάζουν ονόματα κατά τις απαιτήσεις του νέου ρόλου τους μέσα στην κοινότητα και τον αναπροσδιορισμό της ταυτότητάς τους που αυτό το νέο στάδιο επιφέρει. Ο Κωστάκης λοιπόν όταν ξεσκολίσει από τα θαύματα και τα πάθη της παιδικής ηλικίας εγκαταλείπει το όνομά του που θα το αναλάβει κάποιο μικρότερο αδερφάκι. Ο ίδιος πιθανότατα θα γίνει όχι απλά Κώστας αλλά ίσως και Τζέημς, ίσως Νουρ ή Γιώργης. Αν αυτό δεν είναι δυναμικός χειρισμός του προσωπικού χρόνου, δεν ξέρω τι είναι. Εκείνη η τυμβωρυχία να ανακαλυφθεί δήθεν η μυστική συνέχεια, εκείνη η μανία μας με τις παιδικές φωτογραφίες και τα πιστοποιητικά κάθε είδους, τότε η γέννηση, τότε το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού, τότε το αριστείον προόδου στην τρίτη γυμνασίου και ούτω καθεξής. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πιστοποίησης του στιγμιοτύπου. Απλά διερωτώμαι αν αυτή η αρχειακή προσήλωση ανταποκρίνεται ακριβώς στη σημασία που είχαν τα αποδεδειγμένης στιγμής γεγονότα για τις ζωές μας. Υποστηρίζω ότι η ερώτηση είναι: "Μήπως και υπάρχουν αποφασιστικές τροπές, επανερμηνείες, βαθιές καταρρεύσεις ή αναζωογονήσεις μας που συνέβησαν χωρίς καμιά αρχειακή απόδειξη;" Πολλά μου έτυχαν εν κρυπτώ, κατ'όναρ, σε περιστάσεις που δε βρέθηκε ούτε μια φωτογραφική μηχανή, πόσω μάλλον ένας ληξίαρχος...
Οι ερμηνείες που επιχειρήθηκαν για τους Αμοντάουα είναι, όπως συνηθίζεται, ενδεικτικές των προθέσεων του διερμηνευτή: κάποιοι μίλησαν για την επίδραση που έχει η έλλειψη τεχνολογίας μέτρησης του χρόνου, η απουσία ρολογιών και ημεροδεικτών... Μα φαίνεται ότι η συναίσθηση της ροής του χρόνου ήταν αρκετά αρχαιότερη από την τεχνολογία των εργαστηρίων της Γενεύης. Κι αν ήθελαν, άνθρωποι που ζουν μέσα στη φύση, θα είχαν βρει πλήθος τέτοιων σημαδιών στο συνεχές του χρόνου. Από το χρώμα των φύλλων μέχρι το μήκος της σκιάς των δέντρων, πλημμυρίδες, γεννήσεις, θανάτους, ελεύσεις απρόσμενων επισκεπτών.
Εξάλλου παρατηρήθηκε και το εξής υπέροχο: όταν άρχιζαν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν στη σωστή περίσταση τους χρόνους των ρημάτων και τους άλλους χρονικούς τυφλοσούρτες (ημερομηνίες, χρονολογίες, ενδείξεις ύστερου και πρότερου). Από δύναμη λοιπόν κι όχι από άγνοια οι Αμοντάουα...
Βλέποντας τις αναχωρήσεις του Βέγγου, του Παπάζογλου και του Ρασούλη μετά από ώριμα χρόνια, στοχαστικές τοποθετήσεις, παρατηρώντας σε λαθραία βίντεο το τρέμουλο ανθρώπων που δεν ψάχνουν πια την αναγνώριση των άλλων μα της ζωής τους ένα συνδετικό βαμβακένιο νήμα, ενοχλούμαι ακόμα περισσότερο από τις σημερινές δηλώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, άτεχνου εδώ και αρκετά χρόνια. Αφού πούλησε για χρόνια Θεσσαλονίκη και Θεσσαλονικισμό, αφού επαλήθευσε ό,τι περιέγραψε για τον πονηρό πολιτευτή, αφού κι ο Καραμπελιάς τον μελέτησε πριν τον ακολουθήσει, εμφανίζεται όποτε οι Σειρήνες του συλλογικού υπνωτισμού χρειάζονται από καμιά ασπρομάλλα Σίβυλλα. Σήμερα, οπότε όλα τα παιδιά της ευκαιρίας έχουν αναλάβει ως καθήκον τους την επιστροφή στην ανύπαρκτη Αθήνα των στίχων του Αττίκ και του Λαπαθιώτη, προέβη σε δηλώσεις για τους ανθρώπους που δεν εμπίπτουν στη χρυσή κοινωνία όπως την φαντάστηκε... "Ο γνωστός τραγουδοποιός πρότεινε να κηρυχθεί η Αθήνα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τον «καθαρισμό» των κτιρίων της Αθήνας από τοξικομανείς και μετανάστες και τη μεταφορά τους σε αραιοκατοικημένα νησιά με χαμηλό πληθυσμό, υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ, όπου θα μπορούν να καλλιεργούν τη γη. Ο κ. Σαββόπουλος προτείνει επίσης τη μεταφορά των τοξικομανών σε μέρη που δεν θα έχουν πρόσβαση οι έμποροι ναρκωτικών.Επίσης, τόνισε ότι η Αθήνα υποφέρει από την τρομοκρατία και τη βία.Στο τέλος της συζήτησης ο ίδιος απάντησε σε σχετική ερώτηση παραφράζοντας στίχους του, ότι «ήρθε η ώρα να αποφασίσεις αν θα πεθάνεις ή θα ζήσεις».
Κι από τη λογοτεχνία με φτάνουν υποθέσεις εργασίας που δεν υπόσχονται την αφρόντιστη χαρά να ξεχειλίζει. Είτε από την ποίηση με τις χρησμοδοσίες της είτε από της πεζογραφίας τους χάρτες μαθαίνω ότι έζησε και διαιωνίζεται (άκληρη ως επί το πολύ, μα καρποφόρα) μια ολόκληρη φάρα που η μόνη ιστορία που εμπέδωσε ήταν εκείνη για τους πίθους των Δαναΐδων. Γιατί τι να πω για τα Ελεγεία της Οξώπετρας που εσχάτως μελετώ αποσπασματικά, όσο αντέχω, ή για Τα Σακιά της Ιωάννας Καρυστιάνη ή έστω για τον δήθεν φαρφουρένιο Cheri της Colette που όμως είναι πιο αιχμηρός από ατσάλινες βελόνες του Σέφιλντ; Ότι μου ξανοίγουν την ψυχή; Και μήπως δεν αμφιβάλλω κιόλας τελεσίδικα για το το νόημα της φράσης "μου ανοίγει την ψυχή"; Ισχύει, εντάξει, ισχύει ενίοτε σα δωρεά. Μόνο που ό,τι την ανοίγει απλά ξαναβιδώνει κλειδαριές πιο δύσκολες, σκαρφίζεται κωδικούς ασφαλείας που τους ξεχνώ ευκολότερα. "Άλλο αν και μελετώντας πάλι βγήκα εκεί που το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν" λέει σόλοικα ο Ελύτης, σοφότερος με το γήρας δίπλα στη φωτιά. Κι εκεί βαθιά, όπου οι απλωτές του μυαλού με βγάζουν, βρίσκω όχι μόνο το φόβο της σκιάς που γυροφέρνει στους βυθούς, όχι μόνο το εγκώμιο για τη μεγαλοσύνη του νερού. Αλλά και την απόσταση που αφήνει το περιθώριο στη ματιά να παρατηρεί την προοπτική. Ιστορίες των ανθρώπων. Οι πιο μεγάλες ένας ύφαλος, οι περισσότερες τριμμένες, άμμος στην κλίνη του πελάγους.
Οι εκδημίες είναι δίχως τέλος, φαίνεται, αυτόν τον καιρό κι ίσως είναι η άνοιξη που τις κάνει να νιώθονται βαρύτερες. Τελευταία ο Ρασούλης, τώρα ο Παπάζογλου. Τα νέα με βρίσκουν ενόσω είμαι ακόμα μακριά κι όμως με κλονίζουν με καίριο χτύπημα στο στήθος. Όπως στις κονταρομαχίες που πίσω από την περικεφαλαία του σε σχήμα λευκής τίγρεως, ο άγνωστος Χ με το δόρυ του που είναι ντυμένο με υφάσματα ριγωτά χτυπά και ρίχνει καταγής τον αντίπαλο. Άρα τίποτα από όσα κανείς προσπαθεί να βάλει σε μεγάλην απόσταση, στο πέραν του κόσμου, δε θα καταφέρει να γλιτώσει. Περίπου όπως στην ιστορία "Υιός και λέων γεγραμμένος", βρίσκεται η αγκίδα από την κορνίζα και τον φαρμακώνει και του κακοφορμίζει τις αδυναμίες του ώσπου να γίνουν μοιραίες.
Το μαντήλι ήταν κόκκινο πάντα
Δεν είναι ο θάνατος, αυτός είναι όρος απαράβατος όπως η στροφορμή στην περιδίνηση και η αδράνεια στα φυσικά σώματα. Δεν είναι αυτός που τυραννεί. Αυτόν τον εκλογικεύεις ή τον σπρώχνεις στην ανεξέλεγκτη επικράτεια της υπερβατικής ελπίδας. "Πήγε με τα χρόνια του" ή "Παίρνει γρήγορα ο θεός αυτούς που αγαπάει" ή "Τουλάχιστον δεν πόνεσε", έχει τόσα έτοιμα ιατρικά η γλώσσα. Είναι όσα σου θυμίζουν εκείνα που συμφώνησες με τους δικούς σου ανθρώπους, πάνε πολλά χρόνια τώρα. Είναι οι φωνές μαχαίρια που άνοιγαν τις φλέβες με το ζωντανό αίμα για να γίνουμε αδερφοποιτοί. Προδώσαμε και προδοθήκαμε κατά το δυνατόν. Λιγόστεψαν οι δικοί μας άνθρωποι. Κάπου ξέμειναν. Κάποιο γράμμα μας μας επιστράφηκε ως ανεπίδοτο. Κάποιες γιορτές οργάνωσαν και δεν μας καλέσανε. Είτε θυμώσαμε είτε κατανοήσαμε, το θέμα είναι ότι κάπως κρυώσαμε κι απομακρυνθήκαμε κι οι φωνές μας γίναν πιο μακρινές ή καθώς πρέπει. Αλλά έρχονταν κάτι απρόσμενες τυχαιότητες, ένας οδηγός λεωφορείου που ακόμα επέμενε στις παλιές κασέτες, ένα αφιέρωμα κατά τα Χριστούγεννα ή το ραδιόφωνο στην εξάντληση του καλοκαιριού, μια νύχτα. Και τότε σάλπιζε η αναπνοή τον πανικό της ακούοντας αυτά τα άγια τραγούδια. Τι να απέγινε ο δείνα; Τι κατόρθωσε από τον όρκο μας; Πώς ανατρέφει τα παιδιά του; Τι να διάλεξε να θυμηθεί ή να ξεχάσει; Αυτοί οι λίγοι που ακούγονταν στα κασετόφωνά μας τότε, είναι οι μάρτυρες για όσα μας έδιναν χαρά, ευθύνη ή έσπρωχναν το δέρμα ένα χιλιοστό πιο πέρα από το φυσικό μας σχήμα. Είναι οι διακόπτες φωτοστεφάνου. Όταν φύγουν, η τέχνη τους δεν τελειώνει μα γίνεται πιο δύσκολη η χειρονομία της φωταψίας. Δεν είναι ο θάνατος. Έτσι κι αλλιώς, τον διασχίζαμε πέρα ως πέρα περνώντας από τα κασετάδικα στην υπόγεια διάβαση κάτω από τη Θεολογική για να πάμε στα μαθήματα ή να βγούμε στο Συντριβάνι και να δούμε τι θα κάνουμε. Ήταν γεμάτη μνήματα αυτή η καταπακτή, ρωμαϊκά κι εβραϊκά. Στις καλοκαιρινές συναυλίες στο Θέατρο Δάσους απέφευγα τον Παπάζογλου, είχε τόσο κόσμο που δεν μπορούσα να υποφέρω το θόρυβό του, τους αναπτήρες και τις αλλοφροσύνες των οπαδών. Αλλά είχε τη θέση του κοντά μου, το στούντιο στην Τούμπα ήταν δίπλα μου. Κι ο ενοριακός μας ναός, ο Άγιος Θεράπων, αύριο θα δει το ξόδι του. Τι να ένιωσαν άραγε οι φίλοι που μέχρι τα τελευταία χρόνια ψιθύριζαν τους στίχους του Ρασούλη: "Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά εκείνος που δεν ξέρει και δεν αγαπά σάμπως φταις κι εσύ καημένη και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά"; Τίνος την απουσία;
-"Δεν έχουμε ειδήσεις μέχρι τη Δευτέρα." -"Η τάδε κι ο δείνα εγκαταλείπουν την κυβέρνηση, το σχήμα καταρρέει." -"Η πτώχευση έφτασε και θα τα χάσουμε όλα." -"Hannibal ante portas." Αυτά τα νέα μου φτάνουν ως αντήχηση περίπου κάθε φορά που συζητώ στο τηλέφωνο ή μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, σειρά-σειρά, σε μια συζήτηση που κάποτε διανθίζεται με προσωπάκια που χαμογελούν ή σφίγγονται λυπημένα. Όσους πάτησαν στο κινούμενο χώμα της παγίδας κι όσους προτίμησαν να δουν στο μεγάλο δίχτυ την ομορφιά των παιχνιδιών του φωτός, αυτούς σκέφτομαι. Και δεν είναι μακριά, πάντα βρίσκω κάποιον αν κοιτάξω στον καθρέφτη. Είναι μια συστοιχία προσώπων που διατάσσεται πίσω από το είδωλο του προσώπου που αναγνωρίζουμε ως εαυτό. Αρκεί κάποτε ένας μοντέρνος ανελκυστήρας από εκείνους που έχουν αντικριστές επιφάνειες ανακλαστικές. Τότε, με τι έκπληξη πάντα, βλέπω το επ'άπειρον της μορφής μου. Κάποτε και στην οροφή τους βλέπω πώς με θωρούν τα δέντρα. Εκεί όμως χρειάζεται ψυχραιμία, να ξεχωρίσω ποιος απ'όλους αυτούς και για ποιους λόγους κάθε φορά διάλεξε να παίξει το ρόλο του ευεξαπάτητου. Ανοίγω τότε με προμελέτη χαρτονομίσματα που δείχνουν νεκρούς ως επί το πλείστον, γέφυρες σε άγνωστα ποτάμια, ναούς και προσκυνήματα, ανάκτορα σε τοπία που πολύ έχει στο μεταξύ η ζωή αλλοιώσει, επιγραφές σε άλλες γλώσσες, ιριδίζοντα σημάδια, αριθμούς. Ανοίγω αυτά τα ασήμαντα χαρτιά με τα αποτυχημένα χρώματα, που σιχαίνεσαι να τ'ακουμπήσεις κι ωστόσο πολλήν από τη ζωή σου έκλεψαν με την τακτοποιημένη λογική και τη νοικοκυροσύνη τους. Ενώ ετούτα τα ίδια όλην την αρρυθμία, την αναμπουμπούλα και την αθλιότητα των ζωών μας κατεργάζονται. Σκέφτομαι πόση διαστροφή μυαλού και φύσης απαιτείται για να χαθεί τόση ζωή μέσα από αναφορά σε "άυλες αξίες". Να δημιουργήσει κανείς ένα συμβολικό σύστημα όπου τρέχεις (και δε φτάνεις) για ένα χαρτί τυπωμένο, χωρίς καμιά πλοκή και λέξη της προκοπής επάνω του. Την υλική ασημαντότητα του σημαίνοντος τη διαπιστώνουμε σαν βρούμε σε στρώμα καταχωνιασμένα ή τυλιγμένα προσεκτικά (με την ευλάβεια που αρμόζει στα ιερά λείψανα) σ'ένα ύφασμα νομίσματα που αποσύρθηκαν πια από την κυκλοφορία. Μασούρια μεγάλα κι εύθραυστα της Οθωμανικής Τράπεζας, της Κατοχής δισεκατομμύρια, το γαλήνιο Ποσειδώνα ετοιμοπόλεμο, πιο πρόσφατων σειρών. Τα παιδιά αγαπούν να παίζουν τους μαγαζάτορες και να θησαυρίζουν σε ανύπαρκτη μονέδα. Τα προτρέπουμε χαμογελώντας, γιατί αντιλαμβάνονται επιτέλους το φροντιστήριο της "πραγματικής ζωής". Όμως ποιος τους μαθαίνει επί παραδείγματι ως αξία τα επίθετα που χαρακτηρίζουν τη θάλασσα στη λογοτεχνία μας; (αβαθής, αβυθομέτρητη, αγία, άγρια, αγριεμένη, αδάμαστη, αεικίνητη, ακοίμητη, ακύμαντη, ακύμων, αλμυρή, αμείλικτη, ατέρμων, κ.τ.λ.) Ποιος τους μαθαίνει να φτιάχνουν αξία, όταν σκοτεινιάσει;
Λέει ο άλλοτε σώφρων κι άλλοτε αλλόφρων λαός: "Του Απρίλη η βροχή, κάθε στάλα και φλουρί." Φαίνεται ότι η ανοιξιάτικη βροχή πολύ βοηθούσε τις καλλιέργειες, ιδίως αν ερχόταν με μέτρο και σωστή κατανομή. Οι ρίζες μεγαλώνουν ακόμα και τρέφονται τα στελέχη των φυτών κι αργότερα με την υγρασία που τους απομένει θα δέσουν καλούς καρπούς ή σπόρους. Κάποτε σκέφτομαι ότι πολλές παροιμίες, ιδίως οι ουκ ολίγες που αναφέρονται στους μήνες, στις εποχές, στο χρόνο, έχουν αχρηστευτεί από την εγκατάλειψη της γνώσης που κουβαλούσαν. Κυρίως έχει ξεχαστεί η αγωνία της πρακτικής τους σοφίας που συνέδεε το μάτι του χρήσιμου ανθρώπου με τα επουράνια, τα δρολάπια, τις συννεφιές, τους πάγους, τις βροχές, την πάχνη και τη δρόσο. Ποιος νοιάζεται πια για των βοδιών την περπατησιά και της θάλασσας τα δώρα ή τις απαγορεύσεις; Όλα είναι κινητήρες και λιπάσματα τώρα, ατσάλινα κι άκαιρα. Όμως οι προτάσεις αυτές έχουν ρυθμό, διάταξη ονομάτων (κυρίως ουσιαστικών) αξιομνημόνευτη, νοούμενες σχέσεις αιτιώδεις ή χρονικές που παριστάνουν τις αιτιώδεις. Έχουν μιαν ομορφιά. Δε θέλω να τις δω παρατημένες ολότελα. Τις βασανίζω να δω την αξία τους σ' ένα διαφορετικό πεδίο μέσω της μεταφοράς και νομίζω ότι μου κλείνουν το μάτι μερικές φορές.
Είναι η άνοιξη βάσιμα συνδεδεμένη με τη θάλλουσα νεότητα; Όλοι βιάζονται να νεύσουν χαρούμενοι. Αλλά δεν είναι και σπάνιο η ομορφιά και το σφρίγος στις κινήσεις να συνοδεύονται από ευμετάβλητες διαθέσεις, μιαν μονοδιάστατη σκέψη που προχωρά βανδαλίζοντας, την αδιαφορία για ό,τι θα απαιτούσε το δίκαιο του μέτρου και της ενσυναίσθησης. Με έχουν ζαλίσει όλες αυτές τις μέρες με τις καραμούζες και την άσχημη επίδειξή τους. Μεταμφιέστηκαν σε νομιμόφρονες και εθνιστές. Σέρνουν παντού μαζί τους τη σημαία και την κραδαίνουν, κορνάρουν σε αυτοσχέδιες τάχα διαδηλώσεις υποστήριξης του καθεστώτος. Μπροστά στο ρολόι του Πανεπιστημίου κάθε τρεις και πέντε τρέχουν με αφίσες του ηγέτη, με μιαν πανηγυριώτικη ηχητική εγκατάσταση που αυτοσχέδια τάχα βρίσκεται πάντα διαθέσιμη κι αρχίζουν έναν βαρετό ανέμπνευστο χορό επιδεικνύοντας τα μαντήλια τους και τα ίδια μονότονα τέσσερα βήματα.
Αλλά σήμερα ξημέρωσε με βροχή, σιγανή όπως την υπονοούν οι παροιμίες. Και ιδού το μέγα δώρο. Διάλειμμα στον πυρετό της ταυτότητας (που στην πραγματικότητα δε λέει να ξεκολλήσει από την υποθερμία). Ομπρέλες άνοιξαν. Τα κυπαρίσσια έριξαν αίφνης τη γύρη τους πυκνή και κίτρινη. Ξαναφάνηκαν οι μάλλινες ζακέτες και εξαφανίστηκαν τα γυαλιά του ηλίου που εδώ και κάποια χρόνια χρησιμοποιούνται ως αποκριάτικο προσωπείο ολοχρονίς. Και ναι, καθάρισε ο τόπος από ιδεασμούς. Του Απρίλη η βροχή, λοιπόν, κάθε στάλα και φλουρί.