Tuesday, July 02, 2013

Σκιές το καλοκαίρι.

Πιο ανέτοιμους μας βρίσκουν τα τραγικά νέα. Τα καλά με προσοχή τα ετοιμάζουμε κι αν δεν το ομολογούμε από φόβο δεισιδαίμονα, καθόμαστε κάτω από το δέντρο της ζωής μας ή αντίκρυ από το δέντρο της ζωής του άλλου και περιμένουμε μήπως ωριμάσει κανένας καρπός χαράς ή δικαιοσύνης ή εκπλήρωσης. Τα τραγικά έρχονται με πολλούς τρόπους: τηλέφωνο απογευματινό, βραδινή διάδοση των νέων, μια σειρά πυκνογραμμένη σε είδηση ή άρθρο. Τίποτα πιο οδυνηρό από την παράλογη διαταραχή στο χρόνο της λογικής: να φύγει πρώτα ο νέος. Μαθαίνω λοιπόν το χαμό του Παντελή. Δεν τον θυμάμαι, δεν τον ήξερα με τον τρόπο που φιλοτεχνεί η τάξη και η διδασκαλία. Μόνο θυμάμαι τη μικρή μας στιχομυθία καθώς μου παρέδιδε το γραπτό του πριν τρεις εβδομάδες. Λόγω συνωνυμίας με μια μαθήτριά μου, τον ρώτησα αν ήταν αδελφός της. "Όχι κύριε, δεν είμαστε αδέρφια". Μόνον αυτό θυμάμαι, την ευγενική φωνή.
 
 Τώρα σκιές πέφτουν στα πράγματα: στο θρανίο που προτιμούσε, στην πολυκατοικία που ανεβοκατέβαινε, στο μάρμαρο που άφησε εν μέσω αγοραπωλησιών το άνθος της τελευταίας του κίνησης. Έπειτα αρχίζει να ακούει κανείς ερμηνείες ή εικασίες. Ίσως θα αρκούσε
να λυπάται για τις σκιές.

Monday, June 17, 2013

Ταβέρνα "Οι αχάριστοι"


Για πολύ καιρό: μια υπόθεση που τράβηξε σε μάκρος και κακοφόρμισε, όπως οι πληγές που λίγο στην αρχή δίνουν σημεία φλόγωσης κι ερεθισμού... Δε θα πω εδώ δα τις συνέπειες μιας παλιάς ιστορίας ούτε και τα περιστατικά της γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ούτε αναγνώστη ούτε αναγνώστρια ούτε κάποιον που περαστικά ξεχορταριάζει σελίδες παρατημένες... Φανταζόμουν όμως στο τέλος της αποσιωπημένης ιστορίας να φτιάχναμε μια ταβέρνα, εκεί στο τέλος της μικρής μας στοάς, λίγο στο πλατύ μωσαϊκό, λίγο στην παρακμασμένη μας αυλή που τώρα θα ζούσε στιγμές νέας δόξας. Εγώ δε που θυμάμαι και θυμάμαι σκηνές από τη δεκαετία του '70, θα μπορούσα να διακρίνω πίσω από τα καινούργια, πίσω από τα θερινά καθίσματα τους τοίχους ενός άλλου σπιτιού, χοντρούς και πέτρινους, από εκείνους που ξόρκιζαν το καλοκαίρι. Ίσως να γινόμουν προσωρινά εστιάτορας και για τις αραιές παρέες των φίλων κανέναν Αύγουστο μελαγχολικός τραγουδιστής. Βέβαια το βάρος θα έπεφτε σε άλλους, ο κόπος αλλά και τα μπερεκέτια της δουλειάς. Οι συνταγές θα είχαν είτε κάτι λίγο καυτερό, όπως ο βραδύκαυστος πόνος της αγνωμοσύνης είτε κάτι ανεπαίσθητα πικρό, κάτι από την πανδαισία της καμένης ζάχαρης που διαλύεται σε λίγο ζωμό ή ξύδι αρωματισμένο. Όπως η αχαριστία δια βίου. Συγκεκαλυμμένη, μασκαρεμένη, ξαναβαφτισμένη, αλλά παρούσα. Ο κατάλογος θα ήταν γραμμένος πάνω σε αχνοτυπωμένα δικόγραφα. Με το χέρι και με μια μελάνη που κι εκείνη είναι πικρή για όποιον σε στιγμή τρέλας τη δοκίμασε, ιδίως δε η σινική αφού είναι πιο πυκνή. Ο λογαριασμός θα όριζε και μια μικρή, μια ελάχιστη έκπτωση για την ψυχή των αχάριστων. Μα ποιος θα ερχόταν, ποιος θα το δούλευε (που θέλει χέρια και ψυχές καθαρά τέτοιος χώρος, να μη φοβηθείς, να μην τα συμβιβάσεις με τις προσκυνημένες σου περιστάσεις);... Κι εκείνους που σκεφτόμουν να είναι πίσω από το ψυγείο με τα τυριά και τις ελιές από όλα τα μέρη της νόστιμης πατρίδας, δεν τους σκέφτομαι πια διόλου.

Wednesday, March 14, 2012

Η γλώσσα μιας παιδείας δήθεν παλιάς

Συνέχεια των χθεσινών,
η παρακολούθηση με τους μαθητές της ταινίας του Γιώργου Τζαβέλλα του 1961.
Ο σκηνοθέτης είχε κι αυτός, νομίζω, την πρόθεση διδακτικής καθοδήγησης ενός κοινού που ήταν αμάθητο στην αρχαία γραμματεία.

Βέβαια, δεν είναι η προσοχή που αποσπά κάτι έξω από τα συνήθη της διδασκαλίας που με εκπλήσσει: αυτό είναι γνωστό και βοηθάει να βρίσκουμε μικρά παράθυρα συγκέντρωσης κι επικοινωνίας στα σοβαρά θέματα της μάθησης. Εννοώ τη συγκινημένη παρουσία του δασκάλου και του μαθητή κι αυτή τη διάθεση που παίρνει κανείς μαζί του, συμμαζεύοντας την τσάντα του για να βγει ξανά στο φως της μέρας.
Αλλά ξαναβλέποντάς το, άκουγα την ακρίβεια της μετάφρασης. Δημοτική επιμελής, εκφραστική, καταληπτή, ισορροπημένη. Πενήντα ένα χρόνια αργότερα, αναρωτιέται κανείς πόσο βοήθησε η Μπαμπινιωτική αναρχία των καθαρευουσιάνικων επελάσεων από τις ομιλούσες μάσκες, πρώτα στην τηλεόραση, μετά στα δημοσιευόμενα και, κάτω από κανονικές συνθήκες, μη δημοσιεύσιμα κείμενα...

Labels: , ,

Tuesday, March 13, 2012

Ας μιλήσω για στάσιμο κι όχι για ιντερμέδιο

Είχα αφήσει πολλά πράγματα στη μέση, στο τελευταίο σημείωμα του Μαΐου που μας πέρασε. Σχεδόν δέκα μήνες. Άλλαξαν όλα, η πόλη, το τοπίο από το παράθυρο, η γλώσσα, η απόστασή μου από τους πάντες σχεδόν. Μόνον ο μαγνητικός Βορράς εξακολούθησε να έλκει και να απωθεί ομοιότροπα.

Πάντοτε έχω αφήσει πολλά στη μέση.

Σημειώνοντας λοιπόν για κάποιους μαθητές μου σκέψεις για αύριο, σημείωσα τα ακόλουθα:

φωτογραφία Blake Lipthratt, Νυν γαρ εσχάτας ύπερ ρίζας ετέτατο φάος (στ. 599-600)
Αντιγόνη, B' Στάσιμο: λίγες σκέψεις
Αξίζει εδώ να στοχαστούμε πάνω στη λειτουργία που έχουν τα στάσιμα στην κλασικότερη μορφή της τραγωδίας. Ο θεατής (και ο αναγνώστης) μπορεί να υποθέσει μια στενότερη ή χαλαρότερη σχέση προς όσα έχουν διαδραματιστεί στο προηγούμενο επεισόδιο. Για παράδειγμα, στο πρώτο στάσιμο, η απροσδόκητη ανακοίνωση της βιαστικής ταφής του Πολυνείκη προκάλεσε την αντίδραση του χορού, ο οποίος ύμνησε την ανθρώπινη επινοητικότητα, το ακατάβλητο πνεύμα του ανθρώπου δημιουργού. Το δεύτερο επεισόδιο ήταν ομολογουμένως βαρύ: Η αποκάλυψη της ταυτότητας του δράστη (Αντιγόνη) συγκλόνισε το χορό και εκνεύρισε τον Κρέοντα. Η Ισμήνη έθεσε κι αυτή τον εαυτό της στη διάθεση του τιμωρού ηγεμόνα. Οι συζητήσεις ήταν αγχώδεις γιατί ισορροπούσαν σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα σε αισθήματα αγάπης (Αντιγόνη-Ισμήνη), θανάτου/επιβίωσης, υψηλών κινήτρων κι ευθύνης των πράξεων και σε κρίσεις περί σωφροσύνης και παραφροσύνης. Εντέλει, οι δύο αδερφές εγκαταλείπουν τη σκηνή όχι ως ελεύθερα πρόσωπα πια, μα σιδηροδέσμιες και με τη βεβαιότητα της θανατικής καταδίκης της Αντιγόνης τουλάχιστον. Ο Κρέοντας παραμένει στη σκηνή αλλά δεν είναι πια ο άνθρωπος που βγήκε στην αρχή του πρώτου επεισοδίου να χαιρετίσει το λαό του και να του εγγυηθεί ασφάλεια και ευνομία.
Το θέμα του δεύτερου στάσιμου είναι μια διεξοδική αναφορά στο θέμα της ανθρώπινης δυστυχίας, ως σταθερής συνιστώσας στη ζωή μας. Η περιγραφή ξεκινά από τα γενικά (εδώ η αισθητική εικόνα προέρχεται από τη θάλασσα που σωρεύει άμμο στο βυθό και με το κύμα της τρώει επίμονα το βράχο) και περνάει στα ειδικότερα: Εξηγεί δηλαδή πώς η δυστυχία βρίσκει το δρόμο της εξολοθρεύοντας φυσικά και εξουθενώνοντας ηθικά την οικογένεια των Λαβδακιδών, μέσω μιας κληρονομικής ροπής στην αστοχία (αισθητικά το αποδίδει ο χορός με εικόνες από τη στεριά, το δέντρο που ξεριζώνεται και το σπαρτό που κόβεται). Αν κάτι ξεφεύγει από αυτόν τον κυματισμό της δυστυχίας, είναι ο φωτισμένος κόσμος του Δία, αλλά κι εκείνος ίσα-ίσα για να παρατηρήσει την παγίδευση του ανθρώπου (Αισθητικά εδώ η εικόνα είναι ο λαμπερός Όλυμπος και η ξεκάθαρη όψη των πραγμάτων από απόσταση). Το μόνο γιατρικό, ό,τι απομένει βαρύ στο κουτί της Πανδώρας, η Ελπίδα, είναι συνήθως άχρηστη. Είτε θα είναι πλανημένη είτε η αφροσύνη, μέσω της τυφλότητας, θα την αφήσει κούφια. Εδώ ένα στενόχωρο επεισόδιο επισφραγίζεται από ένα βαρύθυμο στάσιμο.
Κάποιοι μελετητές δεν αποδέχονται την άμεση σχέση επεισοδίων-στασίμων κι, ίσως, έχουν δίκιο όταν αναφέρονται στις τραγωδίες του Ευριπίδη. Συνολικά πάντως μιλώντας, μπορούμε να πούμε ότι στο διάλειμμα μεταξύ καταιγιστικών συμβάντων, ο ποιητής μας δίνει μια ευκαιρία βαθύτερου στοχασμού και μάλιστα με τη βοήθεια εικόνων εντυπωσιακών.

Όμως τα παιδιά με κοιτούν με απορία: αντιλαμβάνονται τι λέω, αναρωτιούνται φαίνεται αν είναι ο καλύτερος τρόπος να συζητηθούν όλα αυτά μέσα από στίχους και στροφικά συστήματα.



Labels: , ,

Thursday, May 26, 2011

Χωρίς έναν ποιητή είναι πιο βαριά η νύχτα

Πέθανε αιφνιδίως ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης, απροσδόκητα για τους αναγνώστες που τον διάβαζαν να γίνεται ηχηρότερος με τις ευαίσθητες παρατηρήσεις του τα τελευταία χρόνια. Είχα εντυπωσιαστεί όταν έσκυψα προσεκτικότερα και εξακολουθητικά πάνω από κάποια ποιήματα για τις ανάγκες μιας ανθολόγησης. Είχε το ρυθμό ενός βιώματος που τον ένοιωθα οικείο. Σκέψεις και βήματα στην πόλη ενώ η απόσταση (τα Τείχη εκείνα) τοποθετεί κιόλας τη ματιά στα περαιτέρω, αυτά που κανείς δε θέλει εύκολα να του τα συζητήσεις.

Οι δικοί μας στα ξένα

Όσοι σε ακολούθησαν
στο ταξίδι
είναι πιο ξένοι
απ΄όσο στην πατρίδα.

Βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία σου
βλέπεις στα μάτια τους τη νοσταλγία τους
στο τέλος βλέπεις
ότι στα μάτια των ανθρώπων
πρωτοκουράζεται η αγάπη.

Δικούς δεν έχει εδώ
δικοί είν' οι ξένοι
μόνο επιστήθιους έχει

είναι οι άγνωστοι.

(Από τη συλλογή του, Στα ξένα, Αθήνα 2001)

Labels: , , ,

Tuesday, May 24, 2011

Χωρίς του χρόνου άραγε την τυραννία;

Αλλιώς αναμετρώνται με το χρόνο οι Αμοντάουα
Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβαζα γι'αυτήν τη φυλή της Αμαζονίας, τους Αμοντάουα που μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '80 δεν την ήξερε κανείς και μακάρι να μην ήξερε και κανέναν. Τώρα στις φωτογραφίες τους, κλεμμένες από τους επιστήμονες, ανθρωπολόγους κι άλλους καραγωγείς της εξαφάνισης της ζωής μέσω της δημοσίευσης, εμφανίζονται σεμνά ντυμένοι, παντελονάκια, σορτς, μπλούζες, ακόμα και στα μικρότερα παιδιά. Στην περίπτωση που με ενδιαφέρει, η δημοσίευση αφορούσε την έκπληξη των γλωσσολόγων όταν ανακάλυψαν πως η γλώσσα τους δεν περιείχε κανέναν όρο για την αφηρημένη έννοια του χρόνου αλλά ούτε και όρους για τις διαιρέσεις του χρόνου που χωρίς αυτές θεωρείται αμνημόνευτος κι επικίνδυνα εύκαμπτος. Δεν υπάρχουν λέξεις για τις μέρες, την εβδομάδα, τους μήνες, τις εποχές, τα χρόνια. Το αριθμητικό τους σύστημα είναι περιορισμένο. Δεν κατονομάζουν περιόδους. Μόνη διάκρισή τους η χοντρική διαφοροποίηση σκοταδιού και φωτός. Η ερώτηση "πόσων χρονών ήσουν όταν.../είσαι;" δεν έχει νόημα για τους ευγενείς Αμαζόνιους. Παρατήρησαν οι ερευνητές κάτι εξαιρετικά πιο δυναμικό που τοποθετούσε τον άνθρωπο στο επίκεντρο μιας άλλως παραλυτικής αναμέτρησης με το αφηρημένο. Ενώ δεν ξέρουν την ηλικία τους με τον τρόπο της αριθμητικής, οι ίδιοι όσο ταξιδεύουν μέσα στον προσωπικό τους χρόνο αλλάζουν ονόματα κατά τις απαιτήσεις του νέου ρόλου τους μέσα στην κοινότητα και τον αναπροσδιορισμό της ταυτότητάς τους που αυτό το νέο στάδιο επιφέρει. Ο Κωστάκης λοιπόν όταν ξεσκολίσει από τα θαύματα και τα πάθη της παιδικής ηλικίας εγκαταλείπει το όνομά του που θα το αναλάβει κάποιο μικρότερο αδερφάκι. Ο ίδιος πιθανότατα θα γίνει όχι απλά Κώστας αλλά ίσως και Τζέημς, ίσως Νουρ ή Γιώργης. Αν αυτό δεν είναι δυναμικός χειρισμός του προσωπικού χρόνου, δεν ξέρω τι είναι. Εκείνη η τυμβωρυχία να ανακαλυφθεί δήθεν η μυστική συνέχεια, εκείνη η μανία μας με τις παιδικές φωτογραφίες και τα πιστοποιητικά κάθε είδους, τότε η γέννηση, τότε το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού, τότε το αριστείον προόδου στην τρίτη γυμνασίου και ούτω καθεξής. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πιστοποίησης του στιγμιοτύπου. Απλά διερωτώμαι αν αυτή η αρχειακή προσήλωση ανταποκρίνεται ακριβώς στη σημασία που είχαν τα αποδεδειγμένης στιγμής γεγονότα για τις ζωές μας. Υποστηρίζω ότι η ερώτηση είναι: "Μήπως και υπάρχουν αποφασιστικές τροπές, επανερμηνείες, βαθιές καταρρεύσεις ή αναζωογονήσεις μας που συνέβησαν χωρίς καμιά αρχειακή απόδειξη;" Πολλά μου έτυχαν εν κρυπτώ, κατ'όναρ, σε περιστάσεις που δε βρέθηκε ούτε μια φωτογραφική μηχανή, πόσω μάλλον ένας ληξίαρχος...


Οι ερμηνείες που επιχειρήθηκαν για τους Αμοντάουα είναι, όπως συνηθίζεται, ενδεικτικές των προθέσεων του διερμηνευτή: κάποιοι μίλησαν για την επίδραση που έχει η έλλειψη τεχνολογίας μέτρησης του χρόνου, η απουσία ρολογιών και ημεροδεικτών... Μα φαίνεται ότι η συναίσθηση της ροής του χρόνου ήταν αρκετά αρχαιότερη από την τεχνολογία των εργαστηρίων της Γενεύης. Κι αν ήθελαν, άνθρωποι που ζουν μέσα στη φύση, θα είχαν βρει πλήθος τέτοιων σημαδιών στο συνεχές του χρόνου. Από το χρώμα των φύλλων μέχρι το μήκος της σκιάς των δέντρων, πλημμυρίδες, γεννήσεις, θανάτους, ελεύσεις απρόσμενων επισκεπτών.


Εξάλλου παρατηρήθηκε και το εξής υπέροχο: όταν άρχιζαν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν στη σωστή περίσταση τους χρόνους των ρημάτων και τους άλλους χρονικούς τυφλοσούρτες (ημερομηνίες, χρονολογίες, ενδείξεις ύστερου και πρότερου). Από δύναμη λοιπόν κι όχι από άγνοια οι Αμοντάουα...

Labels: , , ,

Wednesday, May 18, 2011

Αντιστρέφοντας

Nathan Bye, Το τραγούδι της Λάμιας
Βλέποντας τις αναχωρήσεις του Βέγγου, του Παπάζογλου και του Ρασούλη μετά από ώριμα χρόνια, στοχαστικές τοποθετήσεις, παρατηρώντας σε λαθραία βίντεο το τρέμουλο ανθρώπων που δεν ψάχνουν πια την αναγνώριση των άλλων μα της ζωής τους ένα συνδετικό βαμβακένιο νήμα, ενοχλούμαι ακόμα περισσότερο από τις σημερινές δηλώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, άτεχνου εδώ και αρκετά χρόνια.
Αφού πούλησε για χρόνια Θεσσαλονίκη και Θεσσαλονικισμό,
αφού επαλήθευσε ό,τι περιέγραψε για τον πονηρό πολιτευτή,
αφού κι ο Καραμπελιάς τον μελέτησε πριν τον ακολουθήσει,
εμφανίζεται όποτε οι Σειρήνες του συλλογικού υπνωτισμού χρειάζονται από καμιά ασπρομάλλα Σίβυλλα. Σήμερα, οπότε όλα τα παιδιά της ευκαιρίας έχουν αναλάβει ως καθήκον τους την επιστροφή στην ανύπαρκτη Αθήνα των στίχων του Αττίκ και του Λαπαθιώτη, προέβη σε δηλώσεις για τους ανθρώπους που δεν εμπίπτουν στη χρυσή κοινωνία όπως την φαντάστηκε...

"Ο γνωστός τραγουδοποιός πρότεινε να κηρυχθεί η Αθήνα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τον «καθαρισμό» των κτιρίων της Αθήνας από τοξικομανείς και μετανάστες και τη μεταφορά τους σε αραιοκατοικημένα νησιά με χαμηλό πληθυσμό, υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ, όπου θα μπορούν να καλλιεργούν τη γη.
Ο κ. Σαββόπουλος προτείνει επίσης τη μεταφορά των τοξικομανών σε μέρη που δεν θα έχουν πρόσβαση οι έμποροι ναρκωτικών. Επίσης, τόνισε ότι η Αθήνα υποφέρει από την τρομοκρατία και τη βία. Στο τέλος της συζήτησης ο ίδιος απάντησε σε σχετική ερώτηση παραφράζοντας στίχους του, ότι «ήρθε η ώρα να αποφασίσεις αν θα πεθάνεις ή θα ζήσεις».

Τι άνθρωποι έφυγαν και τι φωνόγραφοι απέμειναν...

Labels: , , ,